Το όνομα του έχει συνδεθεί και όχι άδικα με την «αυτοκρατορία» του Άρη, τον Γιάννη Ιωαννίδη, τον Νίκο Γκάλη, τον Παναγιώτη Γιαννάκη και τα άλλα παιδιά μιας ομάδας, που έγινε ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ! Ο λόγος για τον Φάνη Ταρνατώρο, που από το περασμένο καλοκαίρι ανέλαβε χρέη γενικού διευθυντή στο «νεοφώτιστο» Χολαργό και κλήθηκε με τα υπόλοιπα μέλη του συλλόγου να σηκώσει το βάρος στο συνολικό σχεδιασμό του οργανισμού που δεν αφορούσε μόνο το αγωνιστικό τμήμα, αλλά και την ετοιμότητα όλων των εγκαταστάσεων. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι… κοιμόταν στο κλειστό «Αντώνης Τρίτσης» μέχρι να γίνει ένα γήπεδο που θα πληροί τους κανόνες λειτουργίας και διεξαγωγής ενός αγώνα της Betshop Basket League.

Ο Φάνης Ταρνατώρος μίλησε στο HOLARWOOD για τον Χολαργό, τους συντελεστές της επιτυχίας, αλλά και τον «αυτοκράτορα» του ελληνικού μπάσκετ Άρη που ένωνε όλους τους Έλληνες…

Κύριε Ταρνατώρε προφανώς δεν ήταν καθόλου εύκολο το εγχείρημα του Χολαργού. Δεδομένου ότι επρόκειτο για μια «νεοφώτιστη» ομάδα…

«Όταν ήρθαμε και αναλάβαμε την διοίκηση της ΚΑΕ το μόνο που υπήρχε ήταν η άνοδος της ομάδας στην Α1 και αυτή ήταν υπό αίρεση γιατί μεσολαβούσε το ΑΣΕΑΔ. Άρα ούτε αυτό ήταν σίγουρο. Αφού πήραμε την απόφαση του ΑΣΕΑΔ στα χέρια μας, γιατί μέχρι τότε δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτε, συμφωνήσαμε με τον Άρη Λυκογιάννη και ο κόουτς ξεκίνησε το «χτίσιμο» της ομάδας και εγώ το «χτίσιμο» του γηπέδου! Οι χρόνοι για όλα αυτά ήταν εναντίον μας, ειδικά στις κατασκευές διότι πέρα από τα γραφειοκρατικά προβλήματα που υπήρχαν γιατί το γήπεδο είναι του Δήμου, μεσολαβούσε καλοκαίρι στο οποίο γενικά υπάρχουν δυσκολίες το καλοκαίρι. Ξεκινήσαμε, το στοίχημα ήταν να προλάβουμε την έναρξη της προετοιμασίας στις 20 Αυγούστου. Και αφού το καταφέραμε ξεκίνησε η ομάδα από το απόλυτο μηδέν. Έγινε πλήρη αναδιάρθρωση των στελεχών και αφού έπρεπε πρώτα να γνωριστούμε μεταξύ μας, προετοιμάζαμε την ομάδα για ένα πρωτάθλημα πολύ δύσκολο και βουνό θα έλεγα».

Περιμένατε όλα αυτά τα ωραία που επακολούθησαν;

«Αν κάποιος μας έλεγε το καλοκαίρι ότι θα σωθούμε από τον πρώτο γύρο του πρωταθλήματος, θα το θεωρούσαμε υπερβολή. Αν μας έλεγε κάποιος επίσης ότι μέχρι σήμερα θα είχαμε δέκα νίκες δεν θα τον πιστεύαμε. Παρ’ ολ’αυτά, η ομάδα δούλεψε σκληρά και οι επιλογές των παικτών ήταν καλές. Καταφέραμε να γίνουμε ομάδα με την έννοια της λέξης και έτσι αντιμετωπίζαμε όλα τα ματς και στις νίκες και τις ήττες».

Ποιο είναι το μεγάλο στοίχημα για τον Χολαργό;

«Το μεγάλο στοίχημα του Χολαργού είναι να έχει διάρκεια. Να μην είναι ένα μπαλόνι και γι’ αυτό προσπαθούμε όλη την ημέρα να δημιουργήσουμε στέρεες βάσεις, ώστε να υπάρχει συνέχεια σ’ αυτή την ομάδα. Βεβαίως αν σε όλα αυτά που λέω δεν ήταν δίπλα μας ο Γιώργος Δρόσος και ο Θόδωρος Καρατζάς, ίσως δεν θα μπορούσε να γίνει τίποτε… Θέλουμε να υπάρχει συνέχεια και να κάνουμε την ομάδα να την αγαπήσει ο κόσμος του Χολαργού, να έρχεται στο γήπεδο, να είναι δίπλα μας, γιατί πραγματικά τον έχουμε πολύ μεγάλη ανάγκη».

Είστε ένας άνθρωπος που συνέδεσε το όνομα του με την «αυτοκρατορία» του Άρη…

«Επέστρεψα στο μπάσκετ ενεργά επειδή υπήρχαν δυο προϋποθέσεις. Η μια ήταν ο Θόδωρος Καρατζάς που με κάλεσε να βοηθήσω κι εγώ με την εμπειρία μου και η δεύτερη γιατί ζω 20 χρόνια στον Χολαργό και με ερέθισε το γεγονός ότι η ομάδα ξεκίνησε από το απόλυτο μηδέν και έπρεπε να την χτίσουμε λιθαράκι-λιθαράκι. Έβαλα κι εγώ την δικιά μου εμπειρία τόσα χρόνια στο μπάσκετ, ώστε να δημιουργήσουμε μια ομάδα, ένα γήπεδο και γενικότερα έναν σύλλογο που να μπορεί αντάξια να συμμετέχει στην Betshop Basket League με στόχους και όνειρα».

Άρα ήταν κατά κάποιο τρόπο πιο εύκολο το έργο σας στον Χολαργό…

«Στον Άρη ήταν δύσκολα τα πράγματα όσον αφορά την άσκηση διοίκησης και επίτευξης στόχων γιατί ο Άρης τότε απαγορευόταν να χάσει! Είχε βέβαια την ευτυχία τα αστέρια εκείνης της ομάδας, ο Ιωαννίδης, ο Γκάλης και ο Γιαννάκης να είναι απόλυτα επαγγελματίες, να αγαπάνε την ομάδα και να μην δημιουργούν ποτέ προβλήματα».

Κλείνοντας, υπάρχει κάποιο περιστατικό που θυμάστε από εκείνη την περίοδο;

«Το περιστατικό που θυμάμαι συνέβη στο ξεκίνημα της διοίκησης μας το 1983-84, όταν χάσαμε τον τελικό κυπέλλου και το πρωτάθλημα στο μπαράζ της Κέρκυρας. Κάτι που υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να μας απογοητεύσει, αλλά αντίθετα μας πείσμωσε και επειδή όλοι ήμασταν μια παρέα αγωνιστήκαμε, πεισμώσαμε και δημιουργήσαμε σιγά-σιγά αυτό που αργότερα αποκάλεσαν όλοι ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ. Και το μεγαλύτερο επίτευγμα αυτής της αυτοκρατορίας ήταν ότι υπήρξε η μοναδική ομάδα διαχρονικά που κατάφερε να γίνει ομάδα όλων των Ελλήνων…».